Ο συγγραφέας του κειμένου, Δημήτρης Τσατσούλης παρουσιάζει το θέμα «φωτογραφία και σημειωτική, η τέχνη του ψεύδους υπό το πρίσμα μιας θεωρίας του ψέυδους» ξεκινώντας από τη διαπίστωση του Ουμπέρτο Έκο ότι η σημειωτική είναι ο κατ’ αρχήν τομέας που μελετά ο,τιδήποτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί με σκοπό το ψεύδος. Ο κ. Τσατσούλης σημειώνει αρχικά ότι η φωτογραφική τέχνη, έχοντας τις καταβολές της από τη μυθολογία, είναι η κατ’ εξοχήν τέχνη του ψεύδους. Ο συγγραφέας κάνει αναφορά στο συνέδριο που διοργάνωσε το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθήνας με θέμα τη φωτογραφία, όπου ετέθη το ερώτημα αν είμαστε μπροστά σε μια νέα τάξη πραγμάτων ή η ιστορία επαναλαμβάνεται. Γίνεται αντιληπτό ότι με τα κινήματα του ντανταϊσμού και σουρρεαλισμού, αλλά και το κίνημα της «νέας οπτικής» ένα νέο «προσθετικό στοιχείο» παρεμβάλλεται μεταξύ της πραγματικότητας και της αντίληψης, η φωτογραφία. Όπως άλλωστε υπογραμμίζει ο συγγραφέας, πρώτοι οι σουρρεαλιστές φωτογράφοι αντιμετώπισαν την πραγματικότητα ως αναπαράσταση ή σημείο. Επομένως, μέσα από αυτό, ο κ. Τσατσούλης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ψηφιακή εικόνα κάνει ότι ακριβώς και οι ντανταϊστές και σουρεαλιστες φωτογράφοι με σύγχρονα όμως τεχνολογικά μέσα. Ο αρθρογράφος διατυπώνει την άποψη, ότι η φωτογραφία αποτελεί μέσο αναπαραγωγής της πραγματικότητας, συνδιαλέγεται με τον κόσμο που μας περιβάλλει, παρόλο που με τη μεσολάβησή της αυτή «αισθητοποιεί» ή «αντικειμενοποιεί» την πραγματικότητα. Υπογραμμίζει, ότι σ’ αυτό που η φωτογραφία εικονίζει, κανείς δεν μπορεί να φέρει αντίρρηση γιατί είναι κάτι που υπάρχει αναμφισβήτητα. Κατόπιν ο συγγραφέας αναφέρει, πως η εμφάνιση της φωτογραφίας επέφερε την αντίδραση της Δυτικής Εκκλησίας, αφού εκείνη υποστηρίζει ότι ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή του και ότι καμιά ανθρώπινη μηχανή δεν μπορεί να αποτυπώνει την εικόνα του θεού. Από την παραπάνω άποψη γίνεται εύκολα αντιληπτή, μέσω της φωτογραφίας, η ταύτιση ανάμεσα στο πεπερασμένο της ανθρώπινης ύπαρξης και του ασύλληπτου της εικόνας του Θεού, εικόνας στην οποία θα υπάρξει πρόσβαση του θνητού μέσω του θανάτου του. Σύμφωνα με απόψεις η φωτογραφία, δημιούργημα του 19ου αιώνα συνδέεται με την «κρίση του θανάτου» ή με την «άρνηση του θανάτου». Μάλιστα ο αρθρογράφος υπογραμμίζει, ότι η φωτογραφία λειτουργεί ομοιοπαθητικά, ενσωματώνοντας το θάνατο για να τον ακυρώσει, λειτουργεί ως υποκατάστατο της ζωής, της ανάμνησης, θυμίζει κάτι ή κάποιον που κάποτε υπήρξε. Άλλωστε ο συγγραφέας παραθέτει κάτι που εύστοχα παρατήρησε ο Μπάρτ ότι η φωτογραφία ως «είδωλον», ως φάσμα, δεν είναι «επιστροφή του νεκρού» αλλά η άρνηση της κατάστασης του θανάτου στην οποία έχει περιέλθει το άτομο, η φωτογραφία λειτουργεί ως το χρονικό διάμεσο αιωνιότητας και «μόνιμης παρεύρεσης». Ο κ. Τσατσούσης προσθέτει παράλληλα, ότι η λειτουργία της φωτογραφίας απέναντι στο θάνατο συνδέεται άμεσα με τη βαθιά αντίληψη των δυτικών κοινωνιών σχετικά με το χαρακτήρα της φωτογραφίας ως προτύπου αληθοφάνειας και αντικειμενικότητας. Αναφέρει πως η φωτογραφία ως ομοίωμα της πραγματικότητας, παίρνει τη θέση της πραγματικότητας, γίνεται η ίδια η πραγματικότητα. Ο συγγραφέας επισημαίνει, ότι η φωτογραφία ενδέχεται να ξεγελάσει τους ανθρώπους καθώς αυτό που μεταδίδεται μέσω αυτής δεν είναι πάντα το αληθινό. Ο κ. Τσατσούσης πολύ εύστοχα παραθέτει αυτούσια τα δύο διαφορετικά μηνύματα της φωτογραφικής εικόνας, όπως τα έχει διακρίνει ο Ρολάν Μπαρτ, από τους πρώτους σημειολόγους που άρθρωσαν ολοκληρωμένο θεωρητικό λόγο για τη φωτογραφία, τα οποία είναι: α) ένα εικονικό μήνυμα δίχως κώδικα που χαρακτηρίζει ως τέλειο ανάλογο της πραγματικότητας, και β) ένα κωδικοποιημένο, που προκύπτει από το ύφος της φωτογραφικής εικόνας. Ο αρθρογράφος συνεχίζει υπογραμμίζοντας ότι το κάθε σημείο προϋποθέτει ένα κώδικα. Αναφέρει όμως ότι εκείνο που ίσως προκαλεί σύγχυση, είναι ότι όλα τα εικονικά σημεία, άρα και η φωτογραφική εικόνα, μοιάζουν να είναι όμοια με τα αντικείμενα που υποκαθιστούν. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει, σύμφωνα με το συγγραφέα και το αντιληπτικό μοντέλο που έχουμε εμείς για το αντικείμενο, ο τρόπος δηλαδή με τον οποίο το αντιλαμβανόμαστε. Ο συγγραφέας κατόπιν σημειώνει ότι αν αποδεχτούμε ότι η επαγγελλόμενη παραγωγή αυθεντικών εικόνων στην τέχνη ανήκει σε μια σύγχρονη μυθολογία και κάτω από αυτό το πρίσμα προσεγγίζουμε το κάθε μήνυμα, θα είμαστε σε θέση να αντιμετωπίσουμε τη φωτογραφική τέχνη στις πραγματικές αισθητικές της διαστάσεις. Ο κ. Τσατσούσης αναφέρει ότι η αναγωγή του έως πρόσφατα θεωρούμενου ως «γλώσσα δίχως κώδικα ούτε σύνταξη» εικονικού μηνύματος της φωτογραφίας σε απόλυτα κωδικοποιημένο από τις πολιτισμικές συμβάσεις και το βεβαρημένο από την κυρίαρχη κουλτούρα και ιδεολογία «μάτι» του φωτογράφου, μας επιτρέπει να κατανοήσουμε αυτό που συμβαίνει και με κάθε προσπάθεια αποτύπωσης του βλέμματος του «Άλλου» πάνω στην εικόνα ενός «Άλλου» που έχει διαφορετικό τρόπο αντίληψης των πραγμάτων. Ο συγγραφέας παραθέτει πολύ εύστοχα ένα παράδειγμα από την εθνογραφία, το οποίο ανήκει στον AlanSekulla, ώστε να αντιληφθούμε καλύτερα την παραπάνω θέση: ο ανθρωπολόγος MelvilleHerskovits έδειξε σε μια ιθαγενή, τη φωτογραφία του γιου της, ωστόσο αυτή δεν τον αναγνώρισε παρά μόνο μετά από μια επεξήγηση των κωδίκων σύνθεσης και διαμόρφωσης της φωτογραφίας. Επομένως η σημασία του μηνύματος της φωτογραφίας δεν αποκωδικοποιείται αυτόματα ως κάτι το αυτονόητο. Ο PhilippeDubois διερωτάται, όπως αναφέρει ο αρθρογράφος, αν είναι πλέον δυνατή μια επιστημονική ανάλυση που στηρίζεται σε φωτογραφικά ντοκουμέντα και αν αυτά αποτελούν μια ανάδειξη της σημασίας που έχει προκαθορίσει ο επιστήμονας. Ο κ. Τσατσούσης αναφέρει ότι τα ερωτήματα αυτά είναι απολύτως δικαιολογημένα και έχουν αντιμετωπιστεί στην πράξη από τη σύγχρονη εθνογραφία. Αυτό που θα πρέπει να γίνει αντιληπτό σύμφωνα και με τον συγγραφέα με αφορμή και το παράδειγμα της εικόνας του ιθαγενή προηγουμένως, είναι το γεγονός ότι αυτό που μας διδάσκει η σύγχρονη αντίληψη της εθνογραφικής φωτογραφίας όσο και η σουρρεαλιστική φωτογραφία, είναι ότι η πραγματικότητα βρίσκεται πάντοτε ορατή μέσα από μια διαδικασία σημείωσης που διαφοροποιείται πολιτισμικά (και χωρο-χρονικά). Στη συνέχεια ο συγγραφέας τονίζει, ότι η φωτογραφία αγγίζει την πραγματικότητα αλλά στην ουσία σκηνοθετεί μια άλλη, εκείνη που ο ίδιος ο φωτογράφος σκηνοθετεί. Πρόκειται για μια πραγματικότητα που είναι εκτός τόπου και χρόνου. Κατόπιν ο αρθρογράφος παραθέτοντας ένα απόσπασμα του SranleyCavell, ο οποίος αναφέρει ότι η φωτογραφία δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια μικρογραφία ενός ευρύτερου πεδίου αφού η φωτογραφική μηχανή «κόβει» τον υπόλοιπο κόσμο με τη φωτογραφική απότμηση, επισημαίνει δύο σημαντικά στοιχεία: αφενός μεν ότι η φωτογραφία απομονώνει κάποια στοιχεία του κόσμου, τα οποία μένουν εκτός οπτικού πεδίου και αφετέρου ότι υπάρχει ένα πλαίσιο που αποτελεί το σημείο επιτομής μεταξύ αναπαραστάσιμης και μη αναπαραστάσιμης φωτογραφικά πραγματικότητας. Ο κ. Τσατσούσης εξηγεί ότι μέσω αυτής της απομόνωσης στοιχείων του κόσμου και της πραγματικότητας, ενδέχεται να αλλοιώσει την αντίληψη μας γι’ αυτό που βλέπουμε. Στη συνέχεια ο συγγραφέας αναφέρεται στο ορθογώνιο, τετραγωνισμένο σχήμα της φωτογραφίας κάτι που δεν συνάδει με τον κυκλικό, ωοειδή τρόπο που «βλέπει» το μάτι μας, αλλά ούτε και στο πραγματικό σχήμα της εικόνας, όπως αυτή σχηματίζεται από τους φακούς της φωτογραφικής μηχανής. Ο τετραγωνισμός της εικόνας οφείλεται σε ένα εξάρτημα της φωτογραφικής μηχανής όπως αναφέρει ο κ. Τσατσούσης, για να καταλήξει στο γεγονός ότι ο η τάση τετραγωνισμού αντίληψης της πραγματικότητας είναι μια σύγχρονη τάση και συνάδει με την «ορθολογικότητα» της κοινωνίας και την «ορθή» στάση με βάση την οποία προσλαμβάνουμε την πραγματικότητα. Ο κ. Τσατσούσης επιχειρώντας να συνοψίσει τα όσα ειπώθηκαν, διακρίνει τρεις αντιλήψεις σχετικά με την φωτογραφία: α) εκείνη που θεωρεί ότι η φωτογραφία μιμείται την πραγματικότητα, β) εκείνη που τη θεωρεί ως ένα πολιτισμικά και ιδεολογικά κωδικοποιημένο σύστημα και 3) εκείνη που της αποδίδει μια δεικτική ιδιότητα. Ο συγγραφέας στη συνέχεια παραθέτοντας τη θεωρία του Πηρς αναλύει τις τρεις πιο πάνω διαστάσεις της φωτογραφίας λέγοντας ότι η πρώτη βλέπει τη φωτογραφία ως εικόνα ή ομοίωμα, η δεύτερη ως σύμβολο και η τρίτη ως σημείο – δείκτη. Τέλος ο κ. Τσατσούσης εξηγεί, ότι η φωτογραφία συγκεντρώνει και τις τρεις πιο πάνω ιδιότητες. Δηλαδή η φωτογραφία λειτουργεί ως δείκτης, αφού διατηρεί μια υπαρξιακή συνάφεια με κάποιο αντικείμενο της πραγματικότητας, ως σύμβολο καθώς κατά την επεξεργασία της και μέχρι την εκτύπωση και δημοσιοποίησή της δέχεται συγκεκριμένες ιδεολογικές, αισθητικές συμβάσεις κωδικοποιώντας ένα συγκεκριμένο μήνυμα και ως εικόνα ή ομοίωμα, αφού βλέπουμε τη φωτογραφία να αποτελεί μιμητική αναπαράσταση του πραγματικού κόσμου. Το συγκεκριμένο κείμενο του διδάκτορα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Δημήτρη Τσατσούλη είναι κάπως δύσκολο σε ορισμένα σημεία, καθώς πρόκειται για ένα άκρως επιστημονικό κείμενο με θέμα στο οποίο δεν είμαστε εξοικειωμένοι σε βαθμό ώστε να μπορούμε να το κατανοήσουμε απόλυτα. Χρησιμοποιείται δύσκολο λεξιλόγιο με ειδικούς όρους, σύνθετο και πολύπλοκο ύφος. Περιέχει πλούσια βιβλιογραφία και αναφορές, γεγονός που ενισχύει τις απόψεις του συγγραφέα και καθιστά το κείμενο αξιόπιστο.
Ο συγγραφέας κάνει αναφορά στο συνέδριο που διοργάνωσε το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθήνας με θέμα τη φωτογραφία, όπου ετέθη το ερώτημα αν είμαστε μπροστά σε μια νέα τάξη πραγμάτων ή η ιστορία επαναλαμβάνεται. Γίνεται αντιληπτό ότι με τα κινήματα του ντανταϊσμού και σουρρεαλισμού, αλλά και το κίνημα της «νέας οπτικής» ένα νέο «προσθετικό στοιχείο» παρεμβάλλεται μεταξύ της πραγματικότητας και της αντίληψης, η φωτογραφία. Όπως άλλωστε υπογραμμίζει ο συγγραφέας, πρώτοι οι σουρρεαλιστές φωτογράφοι αντιμετώπισαν την πραγματικότητα ως αναπαράσταση ή σημείο. Επομένως, μέσα από αυτό, ο κ. Τσατσούλης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ψηφιακή εικόνα κάνει ότι ακριβώς και οι ντανταϊστές και σουρεαλιστες φωτογράφοι με σύγχρονα όμως τεχνολογικά μέσα.
Ο αρθρογράφος διατυπώνει την άποψη, ότι η φωτογραφία αποτελεί μέσο αναπαραγωγής της πραγματικότητας, συνδιαλέγεται με τον κόσμο που μας περιβάλλει, παρόλο που με τη μεσολάβησή της αυτή «αισθητοποιεί» ή «αντικειμενοποιεί» την πραγματικότητα. Υπογραμμίζει, ότι σ’ αυτό που η φωτογραφία εικονίζει, κανείς δεν μπορεί να φέρει αντίρρηση γιατί είναι κάτι που υπάρχει αναμφισβήτητα. Κατόπιν ο συγγραφέας αναφέρει, πως η εμφάνιση της φωτογραφίας επέφερε την αντίδραση της Δυτικής Εκκλησίας, αφού εκείνη υποστηρίζει ότι ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή του και ότι καμιά ανθρώπινη μηχανή δεν μπορεί να αποτυπώνει την εικόνα του θεού. Από την παραπάνω άποψη γίνεται εύκολα αντιληπτή, μέσω της φωτογραφίας, η ταύτιση ανάμεσα στο πεπερασμένο της ανθρώπινης ύπαρξης και του ασύλληπτου της εικόνας του Θεού, εικόνας στην οποία θα υπάρξει πρόσβαση του θνητού μέσω του θανάτου του. Σύμφωνα με απόψεις η φωτογραφία, δημιούργημα του 19ου αιώνα συνδέεται με την «κρίση του θανάτου» ή με την «άρνηση του θανάτου». Μάλιστα ο αρθρογράφος υπογραμμίζει, ότι η φωτογραφία λειτουργεί ομοιοπαθητικά, ενσωματώνοντας το θάνατο για να τον ακυρώσει, λειτουργεί ως υποκατάστατο της ζωής, της ανάμνησης, θυμίζει κάτι ή κάποιον που κάποτε υπήρξε. Άλλωστε ο συγγραφέας παραθέτει κάτι που εύστοχα παρατήρησε ο Μπάρτ ότι η φωτογραφία ως «είδωλον», ως φάσμα, δεν είναι «επιστροφή του νεκρού» αλλά η άρνηση της κατάστασης του θανάτου στην οποία έχει περιέλθει το άτομο, η φωτογραφία λειτουργεί ως το χρονικό διάμεσο αιωνιότητας και «μόνιμης παρεύρεσης». Ο κ. Τσατσούσης προσθέτει παράλληλα, ότι η λειτουργία της φωτογραφίας απέναντι στο θάνατο συνδέεται άμεσα με τη βαθιά αντίληψη των δυτικών κοινωνιών σχετικά με το χαρακτήρα της φωτογραφίας ως προτύπου αληθοφάνειας και αντικειμενικότητας. Αναφέρει πως η φωτογραφία ως ομοίωμα της πραγματικότητας, παίρνει τη θέση της πραγματικότητας, γίνεται η ίδια η πραγματικότητα. Ο συγγραφέας επισημαίνει, ότι η φωτογραφία ενδέχεται να ξεγελάσει τους ανθρώπους καθώς αυτό που μεταδίδεται μέσω αυτής δεν είναι πάντα το αληθινό.
Ο κ. Τσατσούσης πολύ εύστοχα παραθέτει αυτούσια τα δύο διαφορετικά μηνύματα της φωτογραφικής εικόνας, όπως τα έχει διακρίνει ο Ρολάν Μπαρτ, από τους πρώτους σημειολόγους που άρθρωσαν ολοκληρωμένο θεωρητικό λόγο για τη φωτογραφία, τα οποία είναι: α) ένα εικονικό μήνυμα δίχως κώδικα που χαρακτηρίζει ως τέλειο ανάλογο της πραγματικότητας, και β) ένα κωδικοποιημένο, που προκύπτει από το ύφος της φωτογραφικής εικόνας. Ο αρθρογράφος συνεχίζει υπογραμμίζοντας ότι το κάθε σημείο προϋποθέτει ένα κώδικα. Αναφέρει όμως ότι εκείνο που ίσως προκαλεί σύγχυση, είναι ότι όλα τα εικονικά σημεία, άρα και η φωτογραφική εικόνα, μοιάζουν να είναι όμοια με τα αντικείμενα που υποκαθιστούν. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει, σύμφωνα με το συγγραφέα και το αντιληπτικό μοντέλο που έχουμε εμείς για το αντικείμενο, ο τρόπος δηλαδή με τον οποίο το αντιλαμβανόμαστε. Ο συγγραφέας κατόπιν σημειώνει ότι αν αποδεχτούμε ότι η επαγγελλόμενη παραγωγή αυθεντικών εικόνων στην τέχνη ανήκει σε μια σύγχρονη μυθολογία και κάτω από αυτό το πρίσμα προσεγγίζουμε το κάθε μήνυμα, θα είμαστε σε θέση να αντιμετωπίσουμε τη φωτογραφική τέχνη στις πραγματικές αισθητικές της διαστάσεις.
Ο κ. Τσατσούσης αναφέρει ότι η αναγωγή του έως πρόσφατα θεωρούμενου ως «γλώσσα δίχως κώδικα ούτε σύνταξη» εικονικού μηνύματος της φωτογραφίας σε απόλυτα κωδικοποιημένο από τις πολιτισμικές συμβάσεις και το βεβαρημένο από την κυρίαρχη κουλτούρα και ιδεολογία «μάτι» του φωτογράφου, μας επιτρέπει να κατανοήσουμε αυτό που συμβαίνει και με κάθε προσπάθεια αποτύπωσης του βλέμματος του «Άλλου» πάνω στην εικόνα ενός «Άλλου» που έχει διαφορετικό τρόπο αντίληψης των πραγμάτων. Ο συγγραφέας παραθέτει πολύ εύστοχα ένα παράδειγμα από την εθνογραφία, το οποίο ανήκει στον AlanSekulla, ώστε να αντιληφθούμε καλύτερα την παραπάνω θέση: ο ανθρωπολόγος MelvilleHerskovits έδειξε σε μια ιθαγενή, τη φωτογραφία του γιου της, ωστόσο αυτή δεν τον αναγνώρισε παρά μόνο μετά από μια επεξήγηση των κωδίκων σύνθεσης και διαμόρφωσης της φωτογραφίας. Επομένως η σημασία του μηνύματος της φωτογραφίας δεν αποκωδικοποιείται αυτόματα ως κάτι το αυτονόητο.
Ο PhilippeDubois διερωτάται, όπως αναφέρει ο αρθρογράφος, αν είναι πλέον δυνατή μια επιστημονική ανάλυση που στηρίζεται σε φωτογραφικά ντοκουμέντα και αν αυτά αποτελούν μια ανάδειξη της σημασίας που έχει προκαθορίσει ο επιστήμονας. Ο κ. Τσατσούσης αναφέρει ότι τα ερωτήματα αυτά είναι απολύτως δικαιολογημένα και έχουν αντιμετωπιστεί στην πράξη από τη σύγχρονη εθνογραφία. Αυτό που θα πρέπει να γίνει αντιληπτό σύμφωνα και με τον συγγραφέα με αφορμή και το παράδειγμα της εικόνας του ιθαγενή προηγουμένως, είναι το γεγονός ότι αυτό που μας διδάσκει η σύγχρονη αντίληψη της εθνογραφικής φωτογραφίας όσο και η σουρρεαλιστική φωτογραφία, είναι ότι η πραγματικότητα βρίσκεται πάντοτε ορατή μέσα από μια διαδικασία σημείωσης που διαφοροποιείται πολιτισμικά (και χωρο-χρονικά).
Στη συνέχεια ο συγγραφέας τονίζει, ότι η φωτογραφία αγγίζει την πραγματικότητα αλλά στην ουσία σκηνοθετεί μια άλλη, εκείνη που ο ίδιος ο φωτογράφος σκηνοθετεί. Πρόκειται για μια πραγματικότητα που είναι εκτός τόπου και χρόνου. Κατόπιν ο αρθρογράφος παραθέτοντας ένα απόσπασμα του SranleyCavell, ο οποίος αναφέρει ότι η φωτογραφία δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια μικρογραφία ενός ευρύτερου πεδίου αφού η φωτογραφική μηχανή «κόβει» τον υπόλοιπο κόσμο με τη φωτογραφική απότμηση, επισημαίνει δύο σημαντικά στοιχεία: αφενός μεν ότι η φωτογραφία απομονώνει κάποια στοιχεία του κόσμου, τα οποία μένουν εκτός οπτικού πεδίου και αφετέρου ότι υπάρχει ένα πλαίσιο που αποτελεί το σημείο επιτομής μεταξύ αναπαραστάσιμης και μη αναπαραστάσιμης φωτογραφικά πραγματικότητας. Ο κ. Τσατσούσης εξηγεί ότι μέσω αυτής της απομόνωσης στοιχείων του κόσμου και της πραγματικότητας, ενδέχεται να αλλοιώσει την αντίληψη μας γι’ αυτό που βλέπουμε. Στη συνέχεια ο συγγραφέας αναφέρεται στο ορθογώνιο, τετραγωνισμένο σχήμα της φωτογραφίας κάτι που δεν συνάδει με τον κυκλικό, ωοειδή τρόπο που «βλέπει» το μάτι μας, αλλά ούτε και στο πραγματικό σχήμα της εικόνας, όπως αυτή σχηματίζεται από τους φακούς της φωτογραφικής μηχανής. Ο τετραγωνισμός της εικόνας οφείλεται σε ένα εξάρτημα της φωτογραφικής μηχανής όπως αναφέρει ο κ. Τσατσούσης, για να καταλήξει στο γεγονός ότι ο η τάση τετραγωνισμού αντίληψης της πραγματικότητας είναι μια σύγχρονη τάση και συνάδει με την «ορθολογικότητα» της κοινωνίας και την «ορθή» στάση με βάση την οποία προσλαμβάνουμε την πραγματικότητα.
Ο κ. Τσατσούσης επιχειρώντας να συνοψίσει τα όσα ειπώθηκαν, διακρίνει τρεις αντιλήψεις σχετικά με την φωτογραφία: α) εκείνη που θεωρεί ότι η φωτογραφία μιμείται την πραγματικότητα, β) εκείνη που τη θεωρεί ως ένα πολιτισμικά και ιδεολογικά κωδικοποιημένο σύστημα και 3) εκείνη που της αποδίδει μια δεικτική ιδιότητα. Ο συγγραφέας στη συνέχεια παραθέτοντας τη θεωρία του Πηρς αναλύει τις τρεις πιο πάνω διαστάσεις της φωτογραφίας λέγοντας ότι η πρώτη βλέπει τη φωτογραφία ως εικόνα ή ομοίωμα, η δεύτερη ως σύμβολο και η τρίτη ως σημείο – δείκτη. Τέλος ο κ. Τσατσούσης εξηγεί, ότι η φωτογραφία συγκεντρώνει και τις τρεις πιο πάνω ιδιότητες. Δηλαδή η φωτογραφία λειτουργεί ως δείκτης, αφού διατηρεί μια υπαρξιακή συνάφεια με κάποιο αντικείμενο της πραγματικότητας, ως σύμβολο καθώς κατά την επεξεργασία της και μέχρι την εκτύπωση και δημοσιοποίησή της δέχεται συγκεκριμένες ιδεολογικές, αισθητικές συμβάσεις κωδικοποιώντας ένα συγκεκριμένο μήνυμα και ως εικόνα ή ομοίωμα, αφού βλέπουμε τη φωτογραφία να αποτελεί μιμητική αναπαράσταση του πραγματικού κόσμου.
Το συγκεκριμένο κείμενο του διδάκτορα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Δημήτρη Τσατσούλη είναι κάπως δύσκολο σε ορισμένα σημεία, καθώς πρόκειται για ένα άκρως επιστημονικό κείμενο με θέμα στο οποίο δεν είμαστε εξοικειωμένοι σε βαθμό ώστε να μπορούμε να το κατανοήσουμε απόλυτα. Χρησιμοποιείται δύσκολο λεξιλόγιο με ειδικούς όρους, σύνθετο και πολύπλοκο ύφος. Περιέχει πλούσια βιβλιογραφία και αναφορές, γεγονός που ενισχύει τις απόψεις του συγγραφέα και καθιστά το κείμενο αξιόπιστο.